Thursday, 2 June 2011

Στρατής Γαβαλάς, ο ζωγράφος ποιητής



Ο Στρατής Γαβαλάς είναι γνωστός ως ζωγράφος. Γεννήθηκε στον Σκόπελο το 1887 και πέθανε στη Μυτιλήνη στις 26 Μαρτίου 1965. Σπούδασε ζωγραφική στη Σμύρνη κοντά στον αγιογράφο Ευστράτιο Ευστρατιάδη, στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας και στη Γερμανία. Στην Αθήνα είχε καθηγητή τον Λέσβιο ζωγράφο Γιώργο Ιακωβίδη.

Υπηρέτησε στο στρατό από το 1914 ως το 1919. Τα επόμενα χρόνια ζει στην Αίγυπτο μέχρι το 1924. Εκεί γνωρίζεται με τον Κωνσταντίνο Καβάφη. Μετά την επιστροφή του στη Μυτιλήνη διδάσκει εικαστικά στο Διδασκαλείο, ακολούθως στο Πρακτικό Λύκειο και μετέπειτα στο Β΄ Γυμνάσιο Αρρένων Μυτιλήνης.

Εκτός από τη ζωγραφική έγραψε και δημοσίευσε μερικά ποιήματα σε περιοδικά και εφημερίδες. Το πρώτο με τον τίτλο “ Πεζά τραγούδια” δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Χαραυγή τον Οκτώβριο του 1910, και το τελευταίο το “ Στη μάνα μου” στο Λεσβιακόν Ημερολόγιον του 1956. Ποίηματά του δημοσιεύθηκαν, εκτός των παραπάνω εντύπων, στις εφημερίδες Ο Μυτιληνιός και Ελεύθερος Λόγος, και στα περιοδικά Ο Φάρος της Αιγύπτου, Το Σαλόνι, Αιολικά Γράμματα. Συνολικά έχουν αποδελτιωθεί 28 ποιήματά του. Από αυτά τα 15 τα παρουσίασε ο Παναγιώτης Παρασκευαΐδης το 1983, στο Ανθολόγιο τριών Λεσβίων ποιητών. Και τα 13 ο Κώστας Μίσσιος στο Ανθολόγιο Λεσβίων Ποιητών το 1998 και στο βιβλίο Ποικίλα φιλολογικά της Μυτιλήνης το 2009.

Με τους στίχους νιώθεις μια συνομιλία που θέλει να κάνει, μ' ό,τι ορίζει ο τίτλος του ποιήματος, αλλά κι εκεί που σε οδηγεί με το περιεχόμενό του. Η πίκρα, η μοναξιά κι η αναπόληση υπάρχουν στα ποιήματα της παραμονής του στην Αίγυπτο. Ο πόνος για το χαμό της κόρης του γίνεται ποίημα. Αυτός συνταιριασμένος με κάποιο παράπονο υπάρχει και σ' άλλα ποιήματά του. Ταυτοχρόνως είναι γήινος και ερωτικός.

Ο λυρισμός του είναι έντονος, τόσο που αν και κάποιοι στίχοι είναι περιγραφικοί ή καταγραφής σε κάνει να το προσπερνάς και να σου μένει το ποιητικό τους στοιχείο. Μα δεν θα μπορούσε να γίνει κι αλλιώς. Πώς θα ήταν ζωγράφος και θα έγραφε στίχους;

Μυγδαλάνθια

Έγειρες το κεφάλι σου στη λευκή μου μυγδαλιά
Και τ' άνθη φτερουγίσανε σαν κουρασμένοι πόθοι

Κι άλλ΄ αποκούμπισαν στη γη ή σε ξανθιά μαλλιά

Κι άλλα τα πήρε μακρυά τ' αγέρι και τα κλώθει

Τα μυγδαλάνθια μοιάζετε, ω ταξιδεύτρες μου έννοιες,

Που άχαρα ξεψύχησαν σα στην ογρή της γης,

Κι αυτά που ταξιδεύσανε προς τις μαλαματένιες

Κορφούλες που τις χρύσουνε ο ήλιος μιας αυγής.

Ο Φάρος, τ.62, Σεπτ. 1921

Αρειστίδης Καλάργαλης