Wednesday, 22 January 2014

Η απελευθέρωση της Γέρας το Νοέμβρη του 1912



Η απελευθέρωση της Γέρας το Νοέμβρη του 1912, μέσα από σημειώσεις του Γεωργίου Κουντουρά, πατέρα του Μίλτου Κουντουρά.

Στο προσωπικό αρχείο του Μίλτου Κουντουρά, συμπεριλαμβάνονται και σημειώσεις του πατέρα του, Γεωργίου Κουντουρά, με αναφορές στον γιό του Μιλτιάδη και ορισμένα σχόλια  για κάποια γεγονότα που επηρέασαν τότε τη ζωή τους.  Ένα απόσπασμα από αυτές τις σημειώσεις όπου περιγράφεται η απελευθέρωση της Λέσβου από την τουρκοκρατία, δημοσιεύει σήμερα η κα Ευαγγελία Καπετάνου, η οποία ασχολείται επί σειρά ετών με τον Μίλτο Κουντουρά και το έργο του και η οποία επέλεξε και επιμελήθηκε αυτό το κείμενο, όπως και όλα τα ημερολόγια του Μίλτου Κουντουρά. 



Ο Γεώργιος Κουντουράς


1912     Σεπτέμβριος       1 – 30


Ο μήνας ούτος επέρασε με αρκετάς ζέστας με ανέμους και με ολίγας ψυχρίτσας, η πρώτη βροχή και μάλιστα αρκετά πολλή έγινε εις τας δύο του μηνός, εις τα χωρία φαίνεται να έγινε πολύ περισσότερη η βροχή διότι περί λύχνων αφάς κατέβηκεν ο ποταμός εις Καρυαίς αρκετά μεγάλος και διετηρήθη επί πολλάς ώρας. Αι ολίγαι ελέαι που εφαίνοντο εχάλασαν, εσκουλίκιασαν.
Ο πολιτικός ορίζων θολούται όσον πάγει, η Ιταλοτουρκική  έρις όσο και αν λέγεται λήγει
οσονούπω,  αλλά τίποτε, εκτός δε τούτου πολλά  λέγονται, διαδίδεται περί συμμαχίας Βαλκανικής δηλαδή συμμαχίας Ελληνοβουλγαροσερβομαυροβουνιοτικής κατά της Τουρκίας, ώστε η κατάστασις δεινούται ως επί το πλείστον.
Σήμερον 27 του μηνός το Μαυροβούνιον  εκήρυξε  τον πόλεμον κατά της Τουρκίας, αι εχθροπραξίαι ήρχησαν λέγεται δε ότι Βουλγαρία Ελλάς και Σερβία οσονούπω κηρύττουν τον πόλεμον. Λοιπόν συνεπεία όλων τούτων εβιάσθημεν άπαντες να αναχωρήσωμεν από τον Κάμπον, φοβούμενοι μη ευρεθώμεν προ απροόπτων γεγονότων, ούτω λοιπόν εις τας 30 του μηνός εσυνοπήραμεν και ημείς εις το χωρίον, δια να περιμένομεν τι θα συμβεί, οι Τούρκοι κατερεθισμένοι εναντίον μας, αν και δεν αποδείχνουν. 

1912  Οκτώβριος   1 – 31
Ο μήνας ούτος παρήλθεν με καρδιοκτύπια, ο πόλεμος Βουλγαρίας και Σερβίας εκηρύχθη
εις τας τρεις του μηνός και εις τας πέντε και της Ελλάδος, είθε ο ύψιστος να ευοδώση τα όπλα αυτών προς απελευθέρωσίν μας.
Ο καιρός ως επί το πλείστον νότιοι υπερισχύουν, αι πρώται βροχαί ήρχησαν κατά τας 18 – 20 αρκετά ικανοποιητικαί, αι ελέαι είπομεν ότι εχάλασαν τας συνάζομεν κουρούκια, αλλά τας περισσοτέρας τας κλέπτουν, μεγάλη αναρχία, αλλά ποίος έχει καιρόν να κυττάζει τίποτε, η σεβαστή αυτοκρατορική κυβέρνησις δεν έχει καιρόν ούτε να φάγει, την φθάνει το καζίκι που έχει εις τον πισινόν της, τα συμμαχικά όπλα θριαμβεύουν, μεγάλαι μάχαι και μεγάλαι νίκαι των συμμάχων, η Ελλάς μας θριαμβεύει, αποπλύνει τον ρύπον του 1897, προχωρεί εις το τουρκικόν γιγαντιαίοις βήμασι, επίσης και τα άλλα τρία σύμμαχα στρατεύματα. Πολλά διαδίδονται περί κατοχής της Μυτιλήνης, αλλά ουδέν θετικόν, αι εφημερίδες πλέον φανερά κηρύττουν τας νίκας των συμμάχων, ο ελληνικός στόλος κυριαρχεί του Αιγαίου, ο τουρκικός στόλος κάθηται κλεισμένος εντός των Δαρδανελίων, οι Τούρκοι της Γέρας, αν και αι εφημερίδες τους τα κρύπτουν, αλλά τα γνωρίζουν όλα τους τα λέγομεν δε και ημείς, διότι δεν τους φοβούμεθα πλέον, πήραμεν αέρα, λέγουν δε ότι έστειλαν είδησιν εκ Μυτιλήνης εις την ελληνικήν κυβέρνησιν όπως έλθη και καταλάβη την Μυτιλήνην.
Κατά τας 26 του μηνός συνέβη εις Πλωμάριον εν επεισόδιον, ένας Πλωμαρίτης ηθέλησε να εμποδίσει Τούρκον στρατιώτην να πάγει μέσα εις το σχολείον, λοιπόν του εκόστισε την ζωήν του Πλωμαρίτου επληγώθη δε και ένας στρατιώτης, αυτό έγινεν αφορμή να στείλη ο καιμακάμης Πλωμαρίου όσους στρατιώτας τούρκους και αν είχε εις Γέραν και να πάρη εκει τους Γεραγώτας, φοβούμενος μεγαλύτερα. Διότι οι Πλωμαρίται όλοι οπλίσθησαν και ζητούσαν να κτυπήσουν τους τούρκους, και μάλιστα διεδόθη ότι ήθελαν να υποκινήσουν ταραχάς όπως εξαναγκάσουν τον ελληνικόν στόλον εκόντα άκοντα να κάμουν απόβασιν, αμέσως δε μετά το επεισόδιον αυτό οι Πλωμαρίται έστειλαν επιτροπάς εις Αθήνας και εις Λήμνον όπου ναυλοχούσεν ο Ελληνικος στόλος, και παρακαλούσαν αυτόν να έλθη να καταλάβη την νήσον. Τώρα κανείς δεν γνωρίζει τι θα γίνει το βέβαιον όμως είναι ότι καθημερινώς περιπολούν ελληνικά πλοία. Ο θεός βοηθός. Η Ιταλία έκλεισε την ειρήνην με την Τουρκίαν, αλλά οι περί την Τρίπολιν Άραβες πολεμούν ακόμη.

1912  Νοέμβριος  1 - 30   

Ο Μήνας ούτος ο ευλογημένος, ο μήνας ούτος ο αλησμόνητος, που μας έφερεν την ελευθερίαν, που μας ελευθέρωσεν από τον βάρβαρον τουρκικόν ζυγόν, ζυγόν πέντε αιώνων, επέρασεν με αρκετάς βροχάς, και με ολίγα κρύα. Ιδού ολίγαι διασαφήσεις περί της καταλήψεως της νήσου μας.
Από τας πέντε Νοεμβρίου μας ήρχοντο διάφοραι ειδήσεις ευχάρισται, δηλαδή ότι ο ελληνικός στόλος περιέπλεεν την νήσον μας. Εις τας 7 μας έφεραν ειδήσεις ότι 4 – 5 πλοία εφάνησαν εις το Πλωμάρι, και μάλιστα ότι προσεκάλεσαν  μερικούς εκ Πλωμαρίου και ομίλησαν, το τι είπον άγνωστον. Άμα εξημέρωσε η ογδόη Νοεμβρίου, ημέρα Πέμπτη της εβδομάδος και μνήμη των Ταξιαρχών, πανήγυρις Παπάδου, λοιπόν άμα εξημέρωσεν η αλησμόνητος αύτη ημέρα, ήλθον μερικοί άνθρωποι από τας εξοχάς, και μας είπον ότι περί τα 15 πλοία εφάνησαν, ερχόμενα από το μέρος του Πλωμαρίου και επήγαιναν κατά την Μυτιλήνην, όταν εβγήκαμεν εκ της εκκλησίας και επήγαμεν εις το καφενείον, λέγω βρε παιδιά σήμερον κάτι θα συμβεί κάτι έχομεν να ακούσωμεν, αλλά είθε να είναι προς καλόν μας.
Αρχίσαμεν να παίζωμεν τάβλι. Μόλις δε παρήλθον πέντε λεπτά, έρχονται από το Διοικητήριον  και μας προσκαλούν, όλους τους προκρίτους Χριστιανούς και Τούρκους, εκεί λοιπόν μας λέγει ο Μουδίρης Τούρκος τις Χασάνης ονομαζόμενος, Κύριοι,έλαβον τηλεγράφημα από την πρωτεύουσαν, ελληνικά πολεμικά πλοία ήλθον και κατέλαβον την Μυτιλήνην, ημείς ακούσαντες τούτο ολίγον έλειψε να τρελλαθώμεν, οι δε Τούρκοι εσκυθρώπιασαν, με τας κεφαλάς κάτω, ημείς όμως εκρατήθημεν, και απαντήσαμεν εις τον Μουδίρην πολύ πιθανόν να ήλθον ελληνικά πλοία και να φύγουν πάλιν Τι λέγετε, μας απαντά βρε παιδιά, η Μυτιλήνη κατελήφθη, τελείως, ο τουρκικός στρατός έφυγεν εις το εν Κλαπάδω στρατόπεδον και εκεί θα αντισταθή, μοι τηλεγραφούν δε να στείλω και απ’ εδώ όσος στρατός υπάρχει, καθώς και του Πλωμαρίου, να πηγαίνει εις Κλαπάδον. Το μόνον λοιπόν, Κύριοι, που θα σας παρακαλέσω είναι να φυλάξωμεν ψυχραιμίαν, ησυχίαν και τάξιν, να μη παρεκτραπούμεν εις το παραμικρόν, τότε δε έλαβον τον λόγον οι Τούρκοι και είπον ότι καθώς ημείς εζήσαμεν με αδελφικήν αγάπην έως τώρα, ελπίζομεν και εις το εξής να περάσωμεν και πάλιν αγαπημένα, χωρίς να μας βλάψετε ούτε σεις ημάς ούτε ημείς σας, ( η αλήθεια δε είναι ότι ημείς δεν είχομεν και σπουδαία παράπονα, διότι εχαιρόμεθα αρκετήν ελευθερίαν), λοιπόν εις απάντησιν τούτων τους εβεβαιώσαμεν ότι ημείς και αν βεβαιωθή η κατοχή, σας δίδωμεν λόγον ότι εις ουδένα θα επιτρέψωμεν
να εγγίσει οθομανόν. Λοιπόν εξελθόντες εκείθεν, εύρομεν το χωρίον άνω κάτω, οι εν Παπάδω μεταβάντες ένεκα της πανηγύρεως, σωρηδόν ήρχοντο, διότι εγενικεύθη το πράγμα, αλλά ουδέν εισέτι θετικόν. Επειδή δε άμα τη πρώτη ειδήσει, έτρεξαν από όλα τα χωριά εις Μυτιλήνην, πριν παρέλθουν δύο ώραι, ήλθον πολλοί και έφεραν την χαρμόσυνον είδησιν, Ε, τότε πλέον δεν περιγράφεται το τι έγινε, πυροβολισμοί κατά χιλιάδες, ο Μουδίρης εβγήκεν και μας λέγει αυτά είχομεν ημείς ομιλήσει, τον είπομεν, ότι και ημείς τα αποδικιμάζομεν αυτά αλλά δεν δυνάμεθα να τους κρατήσωμεν, μη φοβείσθε όμως δια άτοπα τίποτε πράγματα, έκτοτε ο Μουδίρης έφυγεν, και ούτε ξαναφάνη πλέον εις την αγοράν. Οι πυροβολισμοί και ο πανζουρλισμός εξακολουθούσε έως το βράδυ, επέρασα από το σπίτι της Ευαγγελινής, εύρον τον Μιλτιάδην εκεί ήτον και ο Αριστείδης, με εφώναξαν επάνω, τότε πλέον ομιλήθημεν και με τον Αριστείδην, τους λέγω να πάγουν εις το δικό μας σπίτι, δια παν ενδεχόμενον, καθώς και επήγαν, έμειναν εκείνο το βράδυ εις το σπίτι μας, ημείς δε εξήλθομεν εις την αγοράν, συνήλθομεν οι προύχοντες και απεφασίσαμεν και εδιορίσαμεν ως πολιτοφυλακήν περί τα 20 παιδιά οπλισμένα να περιφέρονται εις την κωμόπολίν μας δια παν ενδεχόμενον, αν και δεν υπήρχε φόβος, διότι όλοι οι νέοι Τούρκοι ως στρατεύσιμοι τους απέσυραν εις τον Κλαπάδον, οι δε μένοντες εις τα χωρία μας Τούρκοι, τους κατέλαβεν ένας φόβος που δεν περιγράφεται, λοιπόν ενύκτωσεν, εξημέρωσεν ο πανζουρλισμός δεν παύει.

9 Νοεμβρ. Σήμερον εγερθέντες και ελθόντες εις την αγοράν μανθάνομεν ότι θα έλθη εν απόσπασμα ελληνικού στρατού προς κατοχήν και αποκατάστασιν αρχών, αρχίσαμεν ως τρελοί να ετοιμάζομεν Σημαίας ελληνικάς, ήρχισε δε και η καταστροφή των φεσιών, έξαφνα ακούομεν πλήθος πυροβολισμών, τρέχομεν να δούμεν τι τρέχει, μας λέγουν ότι ο στρατός μας έρχεται, αλλά δεν ήτον, ήλθον εκ Πλωμαρίου περί τους 150 οπλισμένοι με όπλα γκρα. Ο Μιλτιάδης πρωί έφυγεν εις Μυτιλήνην, οι Τούρκοι βλέποντες τους γκράδες και λοιπά εισήλθον εις το συνοδικόν της κοινότητός μας, όλοι οι εκ Μεσαγρού και Σκοπέλου πρόκριτοι και μπέηδες και μας παρακάλεσαν να τους θέσωμεν υπό την προστασίαν μας, ομνύοντες πίστην και υποταγήν εις την Ελληνικήν Κυβέρνησιν και εις τον Βασιλέα Γεώργιον. Τους υποσχέθημεν ότι εις ουδένα θα επιτρέψωμεν να τους εγγίσει, μόνον και αυτοί να μη φανούν ότι αντιπράττουν εις το παραμικρόν. Οι πολιτοφύλακες εξακολουθούν να περιπολούν και νύκτα και ημέραν.

10 Νοεμβ. Ούτε σήμερον δεν εφάνη ο περιμενόμενος στρατός, κρούσματα παρεκτροπών ήρχησαν να γίνονται, αν και επιβλέπομεν. Σήμερον προσεκαλέσαμεν τους Τούρκους και τους είπομεν να μας παραδώσουν ότι πολεμικά όπλα έχουσιν, μας είπον ευχαρίστως θα       σας τα φέρωμεν, αλλά θα σας παρακαλέσωμεν να μας προφυλάξετε από τους νέους σας, διότι φοβούμεθα να μη μας κακοποιήσουν, και πάλιν δε τους υπεσχέθημεν προστασίαν, μας έφεραν περί τα 60-70 γκράδες και αρκετάς πυριτιδοβολάς, με αυτά και πάλιν οπλίσαμεν τους εδικούς μας.

11 Νοεμβ. Ούτε σήμερον κανείς δεν ήλθεν.

12.Νοεμβ. Μανθάνομεν ότι εις τα βόρεια χωρία της νήσου μας, οι εκεί Τούρκοι ομού και ο εις Κλαπάδον ευρισκόμενος τουρκικός στρατός πράτουσιν όργια, οι δικοί μας οι παλικαράδες μένεα πνέουν, ζητούν να επιπέσουν κατά των τούρκων μόλις τους κρατούμεν. Εστείλαμεν επιτροπήν εις Μυτιλήνην, όπως μας στείλουν κανέν απόσπασμα, μας υπεσχέθησαν αλλά τίποτε. Εμάθαμεν δε ότι κατελήφθη και η Χίος.

13 Νοεμβ. Ο Μιλτιάδης ενεγράφη εις Μυτιλήνην  εις την πολιτοφυλακήν, έκαμε φορέματα χακί και εξακολουθεί να περιπολή εις Μυτιλήνην.

15 Νοεμβ. Σήμερον τη διαταγή του Διοικητού Μυτιλήνης Κ Στελάκη, υψώθη επισήμως, παρά του Δημάρχου Γέρας εις το Διοικητήριον Γέρας η Ελληνική Σημαία, εις την τελετήν ήσαν άπαντα τα χωρία, εψάλη δέησις ο πολυχρονισμός του Βασιλέως μας και εχαιρετήθη δια 21 πυροβολισμών, αι ζητωκραυγαί ήσαν ουρανομήκεις, εις την τελετήν ήσαν και οι Τούρκοι.

16 Νοεμβ. Σήμερον μετέβην εις Μυτιλήνην αι κυανόλευκαι κατά χιλιάδες, εις τα χωρία μας σήμερον ελθόντες μερικά κοπούκια εκ Μυτιλήνης και αλλαχού, εζήτουν όπλα από τους Τούρκους, αλλά μη ευρόντες, παρέλαβον δεμένους περί τους 30 εκ των προκρίτων δια να τους φέρουν εις Μυτιλήνην, προς ασφάλειάν των δε εδώσαμεν και μερικά παιδιά δικά μας, διότι αυτό το πράγμα μας απήρεσεν, αλλά τι να κάμωμεν, ηθέλαμεν όμως να ταπεινωθούν και κομμάτι, αν και αυτούς τους κατέλαβεν ο φόβος από τας πρώτας ημέρας.

17-18 Νοεμβ. Τα αυτά των αυτών η κατάστασις σχεδόν αναρχία.

19 Νοεμβ. Σήμερον εύρον δύο χωροφύλακας Τούρκους, Αλβανούς μετεμφιεσμένους με φορέματα ελληνικά και με κασκέτα στο κεφάλι, διεδόθη ότι ήσαν κατάσκοποι, φυγόντες εκ του στρατού του Κλαπάδου. Ο κόσμος, προ πάντων των χωρίων Παπάδου και Μεσαγρού κατελήφθη από πανικόν, και πάλιν ο Αριστείδης εις το σπίτι μας, οι χωροφύλακες εστάλησαν εις Μυτιλήνην, απεδείχθη ότι ήσαν δραπέται και τίποτε περισσότερον..

20 Νοεμβ. Τα όργια εξακολουθούν εις τα βόρεια χωρία, εις ημάς ήλθεν κάποιος παπάς κρητικός αντάρτης, με αρκετά κουπούκια εκ Λουτρών, ζητών να κακοποιήση τους τούρκους επί τη προφάσει να του δώσουν όπλα, επήρε και αυτός μαζί του εις Μυτιλήνην αρκετούς Τούρκους, εις τον δρόμον πηγαίνοντας, εφόνευσεν δύο εξ αυτών τον Χασάν Κόμηλη, (το οποίον μας δυσαρέστησεν διότι αυτόν τον κακούργον θέλαμεν να ζη να βλέπη) και έναν κατσίβελον.
Από τας 20-29 διήλθομεν, όλο με γκρίνιαις και μαλώματα, διότι, τα λεβεντόπουλά μας, ακούοντας ότι εις τα βόρεια  χωρία έγιναν πολλά παρατράγουδα εννοούσαν και αυτοί να τους αφήσωμεν να κάμουν πλιάτσικα τους Τούρκους, ημείς όμως με κάθε μέσον προσπαθήσαμεν και φυλάξαμεν οποσούν την τάξιν, αν και έγιναν και έκτροπα τινα όχι όμως και μεγάλα πράγματα. Ο Παναγιώτης ήλθεν προ τινων ημερών εκ Μυτιλήνης, διότι τα σχολεία αργούν, μεταποιηθέντα εις στρατώνας. Ο Μιλτιάδης, αναχωρήσας ο ελληνικός στρατός εις Κλαπάδον προς καταδίωξιν του τουρκικού εις Κλαπάδον έφυγε και αυτός μαζί.

30 Νοεμβ. Επιτέλους απεφασίσθη πλέον να μας στείλουν και ημάς διοικητήν, λοιπόν, αν και είπον ότι έρχεται περί την μεσημβρίαν, από πρωίας κατέβη ο κόσμος εις το Τουραχάνη άπαντα τα χωρία, συν γυναιξί και τέκνοις, όλων των χωρίων ο κλήρος, όλων των χωρίων οι διδάσκαλοι και διδασκάλισσαι μετά των μαθητών και μαθητριών, μόλις δε την 4 μετά μεσημβρίαν εφάνησαν, ήτον ένας αξιωματικός με 150 στρατιώτας, και κατόπιν ο διοικητής μας Γε. Γεννάδης. Το τι έγινε πλέον εκεί δεν περιγράφεται, εξεφωνήθησαν λόγοι αρκετοί αι ζητωκραυγαί ουρανομήκεις, εκείθεν όλος αυτός ο κόσμος μετέβημεν εις την εκκλησίαν Σκοπέλου, εψάλη δοξολογία, με φρενιτιώδεις ζητωκραυγάς, εξεφωνήθησαν λόγοι και κατόπιν μετέβημεν εις το διοικητήριον, ο στρατός εμοιράσθη εις όλα τα χωρία, ούτω λοιπόν επήλθε πλέον και εις ημάς η τάξις.

1912     Δεκέμβριος  1-31
 Ο μήνας τούτος επέρασε με ολίγας βροχάς ολίγα ψύχη και ολίγας καλοκαιρινάς ημέρας προπάντων δε στεγνάς.  Η πολιτική κατάστασις άνω κάτω, οι συμμαχικοί στρατοί όλο προχωρούν, δυστυχώς οι άθλιοι οι Τούρκοι κάμνουν πολλά όργια, όπου και αν περάσουν, σφαγάς, λεηλασίας ατιμώσεις κ.λ.π.  Σήμερον α’ του μηνός ο ελληνικός στρατός της Μυτιλήνης με αρκετά εθελοντικά σώματα εξ εντοπίων ετράβηξεν προς τα βόρεια χωρία της νήσου μας, εις Κλαπάδον, όπως κυνηγήσει τον εκεί ευρισκόμενον τούρκικον στρατόν.  Μαζί με τον ελληνικόν στρατόν ηκολούθησε και ο Μιλτιάδης. Πορευθέντες εκεί επρότειναν εις τους Τούρκους να παραδοθούν, αποποιηθέντων δε τούτων, ήρχισεν ο πόλεμος, έπεσαν αρκετοί Τούρκοι, εξ ημών μικρά πράγματα. Μια δύο τρείς ημέρας τους εστεναχώρησαν τόσο οι εδικοί μας, ώστε  έστειλαν πρεσβείαν οι Τούρκοι να παραδοθούν με όρους, οι εδικοί μας δεν εδέχθησαν και η μάχη ήρχησε και πάλιν, αλλά ειδόντες οι Τούρκοι το αδύνατον της αντιστάσεως έστειλαν και πάλιν κύρηκα και παρεδόθησαν άνευ όρων.
Λοιπόν ένα βράδυ κατά τας 9 – 10 μετά μεσημβρίαν ηκούσαμεν πολλούς πυροβολισμούς.  Άπαντες οι εν τω χωρίω οπλισθέντες εξήλθον να μάθουν τι συμβαίνει.  Εμάθαμεν δε ότι οι πυροβολισμοί ήτον εις τα Λουτρά και ότι εορτάζουν την παράδοσιν των εν Κλαπάδω Τούρκων, εν καιρώ δε έφθασαν και εκ Μυτιλήνης άνθρωποι βεβαιώσαντες τούτο, και έτσι πλέον ησυχάσαμεν διότι εκαθαρίσθη η νήσος μας από την βρωμεράν αυτήν γενεάν. Οι εν τω Κλαπάδω πεσόντες Τούρκοι, εφονεύθησαν περί τους 150, οι λοιποί περί τας 4 – 5 χιλιάδες ανερχόμενοι ηχμαλωτήσθησαν και εστάλησαν εις τας Αθήνας. Εκ των ημετέρων εφονεύθησαν 17, ο Θεός αναπαύσει την ψυχήν των ηρώων τούτων, των ελευθερωτών μας.  Εις το εις Κλαπάδον τούρκικον στρατόπεδον ευρέθη άφθονον υλικόν πολέμου, ζωοτροφίαι και λοιπά, ανερχόμενα ως λέγουν περί τας 25 – 30 χιλιάδας λιρών.
Μετά την παράδοσιν λοιπόν του τούρκικου στρατού, έφθασε πλέον και ο Μιλτιάδης εις Γέραν, εις το σπίτι, με κάποιον φίλον τον Γε. Καραμάνον, εκ Βασιλικών, εδιηγούντο δε τα όργια τα διαπραχθέντα, παρά των Τούρκων εντοπίων εις βάρος των εκεί χριστιανών, αλλά ως φαίνεται, και οι δικοί μας οι αντάρται δεν καθυστέρησαν, όταν επήγαν εκεί, τα επλήρωσαν με τους τόκους.  Λοιπόν εις το τέλος του μηνός τούτου εκαθαρίσθη η νήσος και επήλθεν η τάξις   




Από αριστερά Δημήτρης Σταύρου, Μίλτος Κουντουράς, Κώστας Κόντος και Στρατής Μυριβήλης.  Όλοι Μυτιληνιοί.
[Από δημοσίευση της εφημερίδας "ΓΕΡΑ" τεύχος 71]

Ο Hasan Canturk

Φωτογραφία που έχει αντληθεί από το FB του Τούρκου Hasan Canturk με την ένδειξη
Skopelos (uskoplu) Yere. Η φωτογραφία δείχνει τον παππού του και τα παιδιά του μπροστά στο σπίτι τους
στο Σκόπελο, φωτογραφημένος λίγο πριν την ανταλλαγή πληθυσμών το 1924
Ο πατέρας του Hasan Canturk, o Salih Canturk είναι ο μικρός με το φέσι
(Από το http://ieragera.blogspot.gr επιμέλεια: Στρατής Γιαννίκος)

Thursday, 16 January 2014

ΣΚΟΠΕΛΟΣ


ΣΚΟΠΕΛΟΣ
Εκεί σκαρφαλωμένος, επάνω στους πρόποδες του Περιστεριού (671 μ.), αντικρίζει πρώτος τον ήλιο όταν ξεπροβάλλει πίσω από το βουνό της Αμαλής. Στα πόδια του ο κάμπος της Γέρας και η στενή, γαλάζια, λουρίδα του κόλπου. Τον διασχίζει ένας ποταμός. Τον κόβει στα δύο. Τώρα έχει καλυφθεί από τον κύριο δρόμο που φέρνει στο χωριό. Είναι ο ίδιος ο ποταμός που περνά από την Δρόμα και τις Κάργιες στον κάμπο. Είναι η αλυσίδα που δένει το χωριό μ' αυτές τις δύο περιοχές που ανήκουν στο «μέρα» του. Παλιά αυτός ο ποταμός χώριζε πραγματι­κά τον Σκόπελο στα δύο. Δεξιά του βρισκόταν οι δύο τεράστιοι πλάτανοι που σκεπάζουν την «πάνω» αγορά και που ακόμα υπάρχουν εκεί αγέρωχοι. Εκεί υπήρχε το γεφύρι που ένωνε τις δύο όχθες. Είχε προστατευτικό κάγκελο και στη γωνία υπήρχε σκάλα που οδηγούσε σ' ένα καφε­νείο που κρεμότανε με τζαμωτό σαχνισίνι πάνω από τον ποταμό (τώρα φούρνος του Μπουγλάνη). Στην ίδια σειρά υπήρχαν κάτι μαγαζάκια και εκεί δίπλα  όπως και τώρα. Αυτή είναι μια κτιστή στέρνα, πολυγωνική, με τέσσερις  βρύσες.

Δύο μεγάλες και δύο μικρές. Η επένδυση είναι από πλάκες τεφροκύανου μαρμάρου. Φέρει ανάγλυφο το Χριστιανικό κυπαρίσσι και τον σταυρό. Η κτητορική επιγραφή αναφέρει το 1843. Μέσα λοιπόν στην Τουρκοκρατία, μια νύχτα, καθώς λένε οι παλιοί, την έστησαν εκεί αφού είχαν φτιάξει αλλού τις πλάκες και ήταν έτοιμες. Επάνω στην επίπεδη οροφή της τώρα έχει τραπεζάκια το καφενείο. Παλαιότερα φιλοξενούσε την χειροκίνητη πυροσβεστική τουλούμπα του χωριού. Οι πηγές της έρχονται από ψηλά και περνούν κάτω από την εκκλησία. Σε υψηλό­τερο επίπεδο βρίσκεται ο άλλος πλάτανος. Εκεί πάνω σε κάτι καναπέδες την αράζανε οι μερακλήδες. Επάνω σ' αυτόν τον πλάτανο κρεμότανε μια μεγάλη «φανάρα» που φώτιζε το μέρος τη νύχτα. (Τώρα εκεί βρίσκεται η αυλή του εξοχικού της παλιάς κοινότητας). Εκεί που τώρα υπάρχει η σκάλα ένα ανηφορικό λιθόστρωτο περνούσε από τα άλλα καφενεία που στέκουν ακόμα εκεί και μετά περνούσε έξω από την Αη-Γιώργη. Μεγάλη εκκλησιά. Κτίσθηκε το 1905. Έξω από την δυτική αυλόπορτα φέρει πλάκα που γράφει 1 Μαρτίου 1905, ενώ η ίδια χρονολογία υπάρχει και πάνω από την βορινή αυλόπορτα. Είναι τρικλιτη βασιλική σταυροειδούς τύπου. Μέσα σ' αυτήν, εκτός των άλλων, βρίσκονται και εικόνες του αγιογράφου Ευστρατιάδη στην οροφή του μεσαίου κλίτους. Ιδιαί­τερη μεγαλοπρέπεια του προσδίδουν τα δύο κωδωνοστάσια στην πρόσοψη. Ο ναός φέρει την ημερομηνία αυτή αλλά μέσα υπάρχουν πολύ προγενέστερα αντικείμενα (μανουάλια του 1795,, ευαγγέλια και άλλα βιβλία του 1777 και 1802). Σίγουρα εδώ θα υπήρχε μικρότερος ναός από πολύ παλιά. Εφημέριοι του ναού αναφέρονται από το 1902. Είναι μια από τις μεγαλύτερες εκκλησίες του νησιού (24 Χ 12 Χ 11 μέτρα). Το καλντερίμι οδηγούσε (τώρα μπετόν) στην άλλη μεγάλη εκκλησία της Αγίας Μαγδαληνής. Εδώ κάτω από τα μεγάλα πυκνόφυλα πλατάνια γίνεται το μεγάλο πανηγύρι που μαζεύει κόσμο από όλο το νησί. Όλη τη νύχτα χορεύουν τον «μπαλό» στα καφενεία. Με την αύριο (23 Ιουλίου) γίνεται το «σώσε». Οι Σκοπελιανοί αφήνουν το χωριό τους και «συνοπαίρνουν» στον κάμπο μετά από αυτό το πανηγύρι. Παλτά έμενε μόνο ο «πασβάντης» (πληρωμένος από τον κοινότητα φύλακας) να το φυλάει. Αρκετοί παραθέριζαν στο βουνό (Καριώνας, Καλά-περιβόλια). Μέσα στην αυλή υπάρχει το πηγάδι με το άγιασμα. Και οι καινούργιοι ξενώνες. Κάτω από την εκκλησία και την αυλή βρίσκονται υπόγειες στοές, τα λαγούμια. Πριν από αρκετά χρόνια άνοιξαν αυτά τα λαγούμια ψάχνοντας για την «θαυματουργή» εικόνα της Αγίας. Έτσι καθιερώθηκαν και αυτά σαν τόπος λατρείας. Σκαμμένα μέσα στο μαλακό βράχο (λίγδο) έχουν τοποθετημένα καντήλια και εικόνες κατά διαστήματα. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι κατά την ανασκαφή βγήκαν στην επιφάνεια λιθόπλινθοι και αρχιτεκτονικά μέλη με ανά­γλυφους σταυρούς, κομμάτια από την παλιά ιστορία του χωριού. Η κάθοδος στις στοές γίνεται από τη νότια πλευρά της αυλής και σκεπάζεται με ένα μικρό παρεκκλήσι, που επάνω από την πόρτα είναι εντοιχισμένη πλάκα από τεφρό μάρμαρο που φέρει ανάγλυφο τον δικέφαλο αετό και την κορώνα. Στις τέσσερις γωνίες υπάρχουν γράμματα. Στην αριστερή κάτω γωνία γράφει (1)796 (ή 1746). Η πλάκα είναι κομμένη λοξά. Στην δεξιά κάτω γωνία διαβάζουμε ΙΑΝου (το ου βυζαντινό) δηλαδή Ιανουάριος του 1796. Τέλος άνω αριστερά ξεχωρίζει η λέξη (ΓΕ)ΟΡΓΙΟΣ. Μία πλάκα λοιπόν από παλαιότερο ναό, ίσως του Αη-Γιώργη. Η Αγία Μαγδαληνή κτίσθηκε το 1925. Έχει αγιογραφίες του Στρατή Αξιώτη.
Θα ξαναγυρίσουμε στα πλατάνια της πλατείας. Εδώ τώρα έχουμε  το παλιό κοινο­τικό μέγαρο με το θέατρο, ένα καφενείο και την βιβλιοθήκη του Μίλτου Κουντουρά. Εκεί μπροστά στέκει η προτομή του μεγάλου δασκά­λου και κοιτάζει αμίλητη το χωριό με τα πλατάνια που τόσο αγάπησε. Στην πλατεία, πριν από πολλά χρόνια, γκρέμισαν ένα παλιό καφενέ που τους τοίχους του τους είχε διακοσμήσει ο Θεόφιλος ο τσολιάς. Αυτό συναγωνιζόταν τα άλλα με την μουσική που έφερνε στο πανηγύρι. -Όταν περνούσες το γεφυράκι, εκεί δεξιά επάνω από τον ποταμό κρεμότανε ακόμα ένα καφενείο με το σαχνισίνι του. Τώρα ανηφορίζεις το λιθόστρωτο προς την άλλη αγορά. Και εδώ υπάρχουν μαγαζάκια και  καφενεία. Αυτή η αγορά σκεπαζόταν με αναρριχητικά έτσι που δεν έφθαναν στο καλντερίμι οι ακτίνες του ήλιου. Εκεί δεξιά, καθώς κατεβαίνεις, υψωνόταν ο μιναρές τον οποίο και γκρεμίσανε σαν επικίνδυνο. Εδώ, πλάι στο καφενείο του Καλάργαλη υπήρχε η σιδερένια πόρτα της αυλής του τζαμιού. Ήταν ένα ωραίο, καθώς λένε, τέμενος και καταλάμβανε τον χώρο της μικρής πλατείας. Από πίσω του περνούσε ο δρόμος που οδηγούσε στο παληό ελαιοτριβείο του Μοσχόβη. Πιο κάτω ο δρόμος χωρίζεται. Το καλντερίμι συνεχίζει προς τα κάτω και οδηγεί στην παλιά είσοδο του χωριού. Από εδώ επικοινωνούσε με τον Παππάδο. Εδώ βλέπουμε ακόμα ένα μεγάλο παλιό ελαιοτριβείο. Αυτό ήταν από τα μεγαλύτερα μέσα στην Γέρα. Ανήκε στον Ιταλό πρόξενο Φιντέλε. Είχε ατμομηχα­νή και πέντε πιεστήρια (μπασκιά). Φαίνεται όμως ότι ανήκε στους Τούρκους  παλαιότερα γιατί υπάρχει εντοιχισμένη πλάκα με τούρκικη επιγραφή. Αναφέρει ότι κτίστηκε στα 1863( 1281).Τελευταία ανήκε στους Κουλαγύνη-Χατζηγιαννάκη. Εδώ μέσα υπάρχει μεγάλος πλάτανος. Τον καιρό που αυτό δούλευε με τον ατμό μέσα στο χωριό υπήρχαν και χειροκίνητοι ελαιόμυλοι. Αυτοί είχαν τις πέτρινες ρόδες που γύριζαν επάνω σε μια άλλη στρογγυλή πέτρα (το πιάτο) με την δύναμη ενός ζώου (συνήθως αλόγου). Το πιεστήριο που ήταν συνήθως ένα είχε ένα κοχλία που στα παλαιότερα ήταν ξύλινος και πίεζε τον οπό της ελιάς (μέσα στα τσουπιά). Τον κοχλία τον γύριζαν δύο συνήθως εργάτες. Γύρω στο 1920 δούλευαν στο χωριό τέσσερις τέτοιοι μύλοι. Ο ένας ήταν στη θέση του εργοστασίου του Μοσχόβη. Ο δεύτερος, μέσα σ' ένα στενό στην αρχή του δρόμου που οδηγεί εδώ που βρισκόμαστε τώρα. Δίπλα στο μεγάλο αυτό ελαιοτριβείο βρίσκεται τώρα ο ελαιουργικός συνεταιρισμός του χωριού(ανήκε στην οικογένεια Κόμιλη) και ο δρόμος που οδηγεί στον Μεσαγρό αφού περάσει επάνω από ένα μικρό γεφυράκι. Το γήπεδο του Σκοπέλου είναι και αυτό κάτω από το εργοστάσιο.
 Θα επιστρέψουμε τώρα πάλι στην αγορά. Αυτή ήταν η Τούρκικη αγορά (τσαρσί). Εδώ που χωρίζεται ο δρόμος μπορείς να απολαύσεις τον καφέ σου στο παλιό καφενείο του «Αβέρωφ» απέναντι από την τούρκικη βρύση που αποτελεί έργο τέχνης. Την κατασκεύασε ο Νικόλας Αξιώτης, γλύπτης στο επάγγελμα που ξενιτεύτηκε μετά στην Αμερική, Φέρει αψίδα με το μισοφέγγαρο με δύο αράβδωτες κολώνες από το ίδιο υλικό που στέφονται από ωραίο κορινθι­ακό κιονόκρανο φτιαγμένο από λευκό μάρμαρο. Από το ίδιο λευκό μάρμαρο είναι φτιαγμένη και η πλάκα που φέρει τον κρουνό και είναι στολισμένη με ανάγλυφα σχέδια, φέρει μεγάλη τουρκική επιγραφή και ένα μισοφέγγαρο στραμμένο ανάποδα. Αναφέρει 1908(1327).
Ο άλλος δρόμος από εδώ βγάζει στον Μεσαγρό. Στην αρχή του έχει κάτι μαγαζάκια και παλαιότερα υπήρχε και ο καφενές του Βράκα. Λίγο πιο κάτω βρίσκεται το παλιό φαρμακείο του χωριού. Εδώ, μέσα που αποτελεί και ένα στέκι με πολλά ενδιαφέροντα έγραφε τα ποιήματα του στην ντοπιολαλιά ο φίλος μου Στέλιος Ευαγγελινός, ο φαρμακοποιός, που δεν το κρύβω ότι αυτός μου έδωσε την αφορμή να καταπιαστώ με το δύσκολο τούτο έργο. Δίπλα στο φαρμακείο, σε ένα παλιό σπίτι στεγαζόταν το αγροτικό ιατρείο που τώρα έχει μεταφερθεί στην άλλη αγορά δίπλα στον Αη-Γιώργη. Ένα δρομάκι που κατηφορίζει από εδώ,  έβγαζε στον τούρκικο λου­τρό. Ακόμα πιο πέρα, μετά από μια στροφή βρισκόταν επί τουρκοκρατίας το «καρακόλ» (αστυ­νομικός σταθμός) στο σημερινό σπίτι του Καψαλού και από κάτω η Ηλεκτρική εταιρεία του Ορφανού που έφερε το πρώτο ηλεκτρικό φως στα χωριά (μετά την απελευθέρωση).
Από εδώ και πέρα αρχίζει το «πρόβασμα». Δεξιά υπάρχει  το ονομαστό τούρκικο σχολείο το «Ρουστιέ», τώρα ανακαινισμένος ξενώνας.. Επάνω από την πόρτα του διατηρείται ακόμα η επιγραφή. Γράφει 1879(1298). Παλαιότερα εδώ ήταν εγκατεστημένη η Ελληνική Χωροφυλακή. Το «πρόβασμα» είναι σαν ένα φυσικό μπαλκόνι απ' όπου η θέα είναι ανεπανάληπτη. Παρόλο που υπάρχει ένα μικρό κεντράκι που λειτουργεί το καλοκαίρι δεν έχει αξιοποιηθεί τουριστικά. Μετά αρχίζει ο Μεσαγρός. Εμείς όμως θα γυρίσουμε πίσω, στην αγορά με τα πλατάνια και θα κατηφορίσουμε τον άσφαλτο που σκεπάζει τώρα τον ποταμό. Εκεί λοιπόν που τώρα βρίσκεται το βενζινάδικο του Αγγελή υπήρχε ο τρίτος ελαιόμυλος του Παράσχου Ανδριάνη με δύο μυλόπετρες και ένα μπασκί. Και πιο κάτω, το κτίριο που στεγάζει το ξυλουργείο του Ανδριώτη ήταν ο τέταρτος ελαιόμυλος του Καράκοντη με δυο μυλόπετρες και ένα μπασκί όπως και ο προηγούμενος. Εδώ, δίπλα στο μεγάλο σπίτι του Σουρλάγκα( με τις ωραίες οροφογραφίες) ανηφορίζει ένα σοκάκι που οδηγεί στο εκκλησάκι της Αγίας Κυριακής. Τώρα βλέπεις ένα άχαρο κατασκεύασμα από μπετόν. Παλιά κατέβαινες με σκαλιά για να μπεις στην εκκλησούλα που την σκέπαζε μεγάλη καρυδιά και σε δρόσιζε μια παλιά βρύση. Δίπλα σ' αυτή την εκκλησούλα υπήρχε ένα μεγάλο κτίριο, που στέγαζε το «αρρεναγωγείο» (σχολαρχείο) που ήταν τετρατάξιο. Αυτό το σχολείο μαζί με το «παρθεναγωγείο» (βρισκό­τανε από την άλλη πλευρά του ποταμού σε σπίτι που είχε δωρίσει την κοινότητα η οικογένεια Μπερπεδούκα) ιδρύθηκαν το 1870. Το 1905 το «αρρεναγωγείο» μετονομάσθηκε επί δημογεροντίας Αλβανού «Επτατάξιος Αστική Σχολή» με την προσθήκη τριών τάξεων.
Όταν σκεπάσθηκε ο ποταμός, στην είσοδο του χωριού διαμορφώθηκε ο χώρος σε αγροκή­πιο με το ηρώον και ένα μικρό κεντράκι. Από επάνω του υπάρχει το εκκλησάκι της Παναγί­τσας. Ο Παληός δρόμος κατέβαινε πίσω από αυτό το εκκλησάκι, και περνούσε επάνω από τον ποταμό με ένα μεγάλο γεφύρι δίπλα στο ωραίο σπίτι που τώρα χρησιμεύει σαν παιδικός σταθμός. Εδώ υπάρχουν οροφογραφίες του Στρατή Γαβαλά. Εκεί πιο κάτω κτίσθηκε το 1928-1934 το σημερινό σχολείο του χωριού. Επάνω από το σχολείο ξεκινά ένας δρομάκος που βγάζει στο γήπεδο. Εδώ ορθώνεται ένας βράχος που φέρει τα σημάδια του παλιού λατομείου. Είναι το «τασλίκι» (τουρκικά λατομείο) απ' όπου έβγαζαν το ωραίο μπλε μάρμαρο με τις λευκές φλέβες. Μ' αυτό το μάρμαρο είναι στολισμένα αρκετά κτίσματα στα χωριά της Γέρας καθώς και λιθόστρωτα του Σκοπέλου.
Σχεδόν μέσα στο χωριό, στο σημείο όπου αρχίζει να καλύπτεται ο ποταμός επάνω στην απόκρημνη δεξιά του όχθη είναι κτισμένος ο Αη-Γιώργης. Η θέση λέγεται κουφό και είναι ένα μικρό εκκλησάκι στο οποίο η δυτική του πλευρά ακουμπά στον όχθο του ελαιοκτήματος. Από μέσα υπάρχει μια στενή τρύπα που προχωρά σε άγνωστο βάθος μέσα στον λόφο. Η παράδοση θέλει και εδώ την εικόνα του Αγίου κρυμμένη. Επάνω από το στόμιο έχει εντοιχιστεί ένα ορθογώνιο, τεφροκύανο μάρμαρο που φέρει πλαίσιο στην άνω και αριστερή του πλευρά (φαίνε­ται κομμένη στις άλλες δύο). Έχει ανάγλυφο σχέδιο που σχηματίζει ένα Ω (ωμέγα κεφαλαίο) και στο μέσον η μια κεραία από σταυρό. Το πιθανότερο είναι ότι πρόκειται για μια σπασμένη πλάκα παλαιοχριστιανικού θωρακίου.
Μέσα στον Σκόπελο βρίσκονται σκορπισμένα υπό μορφή εντοιχισμένων κυρίως λιθοπλίνθων αρκετά τεκμήρια από το παλαιοχριστιανικό παρελθόν. Αξιοσημείωτο είναι ένα κομμάτι από πεσσό παλαιοχριστιανικού ιερού που βρίσκεται εντοιχισμένος σ' ένα κατώφλι παλαιού μαγαζιού στο δρόμο που περνά δίπλα από το παλιό ταμείο του κινηματογράφου (στο ίδιο ύψος).
Ο Σκόπελος είναι ένα από τα παλαιότερα χωριά της περιοχής. Το όνομα του μνημονεύεται από πολύ παλιά. Σε μια επιγραφή που βρέθηκε στην περιοχή, σκαλισμένη επάνω σ' ένα κυανότεφρο μάρμαρο και που ήταν κτηματολόγιο της εποχής του Διοκλητιανού (Ρωμαϊκοί αυτοκρατορικοί χρόνοι, 300-400 μ.Χ.) διαβάζουμε: (Χω(ριον)Σκοπελος(α)μ(πελων) ιουγ(ερα)-Χ(...)ιουγ(ερα)(.)ελ(αιων)γυρ(οι)(...). Σ’ αυτή λοιπόν την τόσο σημαντική επιγραφή βλέπουμε το χωριό να υπάρχει αυτή την τόσο μακρινή εποχή. Ο Ι. Κοντής στους αρχαιολογικούς του χάρτες, στηριζόμενος σ' αυτό το κτηματολόγιο, θεωρεί βέβαια την ύπαρξη του χωριού από τους Ελληνιστικούς χρόνους (από το 480 π.Χ., ίσως όμως και από το 780 π.Χ.) που τον θεωρεί σαν «κέντρο Κώμης»16. Το πανάρχαιο αυτό χωριό αναφέρεται και από τον Σταυράκη Αναγνώστη3. Ο Σκόπελος βρίσκεται μέσα στα χωριά της Λέσβου που ανέφερε ο παλιός μητροπολιτικός κώδικας της Μυτιλήνης. Αυτόν τον αντέγραψε στο βιβλίο του και χρονολογείται από το 1567 έως το 1652. Επίσης γράφει για το χωριό των δικών του χρόνων: «16Α Σκόπελος, χωρίον, από Χριστιανών και Τούρκων κατοικούμενον, και ναόν έχον του Αγίου Γεωργίου, και οικίας περίπου τριακοσιας.  Ωνομάσθη δε δια το βραχώδες και απόκρημνον ούτως, ή ίσως δια τον παρά την θάλασσαν κείμενον υψηλό βρά-χον(;), κάτωθεν του χωρίου ή δια την αφ' υψηλού σκοπιάν αυτής Σκόπελος». Το βιβλίο γράφτηκε το 1850. Βλέπουμε λοιπόν να αναφέρεται ο παλαιότερος ναός του Αγίου Γεωργίου.
Ο Σκόπελος επί τουρκοκρατίας ήταν το κεφαλοχώρι της περιοχής. Θα αφήσουμε τον Τάξη4, το 1909 να μας τον σκιαγραφήσει: «Σκόπελος. Κείται επί ωραίας και γραφικής τοποθεσίας εις ύψος 130 μέτρων από της επιφα­νείας της θαλάσσης, χωριζόμενη εις δύο εκ του εν τω μέσω αυτής διερχομένου χειμάρρου. Απέχει του Περάματος περί την μίαν ώραν . Έχει οικογενείας περί τα 760, εξ ων αϊ 130 οθωμανικαί, μετά του καταλλήλου τεμένους και σχολείου εκ των αρίστων (Ρουστιέ) εν ω φοιτώσει και οι του Μεσαγρού προκεχωρημένοι μαθηταί. Ναόν τελευταίως το 1892 ανακαινι-σθέντα περικαλλή του Αγίου Γεωργίου, και σχολεία των αρρένων και θηλέων, ως και επιστή­μονα ιατρό. Αυτόθι εδρεύει ο ανθυποδιοικητής (Μουδίρης) της περιφερείας Γέρας και αϊ λοι-παί διοικητικοί και δικαστικοί αρχαί. Εις το ανατολικόν της κωμοπόλεως άκρον εις θέσιν Τασλίκ καλούμενη, υπάρχουσι κάλλιστα λατομεία μαρμάρου, εφ' ων υπάρχει σκοπιά εξ ης δίκην πανοράματος παρουσιάζεται, ευθύς αμέσως τω θεατή, η καλλίδενδρος και ωραία της Γέρας πεδιας, ο θαυμάσιος αυτής κόλπος και όλα τα κατέναντι μέρη της Αμαλλής. Προϊόνταπαράγει έλαιον και ικανά οπωρικά. Το αυτόθι ατμοκίνητον ελαιοτριβείον τυγχάνει εκ των αρίστων, ον το αρχαιότερον πάντων των λοιπών εν Γέρα».
Για τον Σκόπελο βρίσκουμε στοιχεία και σε επιστολή που συντάχτηκε το 190719. «Ο Σκόπελος κείται υψηλότερον των λοιπών χωρίων και είναι πρωτεύουσα του Δήμου Γέρας (Δήμαρχος ο Βάρκας). Εν αυτή εδρεύει ο Μουδίρης. Έχει περί τας 800 οικίας, άπασας λιθόκτιστους, ως 140 οθωμανικοί περί τας 4.000 πληθυσμόν. Εν τω Σκοπέλω υπάρχει ωραιότατη εκκλησία, βυζαντινού ρυθμού (;) προς τιμήν του Αγίου Γεωργίου, κτισθείσα το 1892, τα δε εν αυτή έργα είναι του διασήμου ζωγράφου Ευστρατιάδου. Έχει εξάτακτον αστικήν σχολήν αρρένων μετά 210 μαθητών και τριών διδασκάλων και τετράτακτον σχολήν θηλέων με 70 μαθήτριας και δύο διδασκάλισσας. Η οθωμανική συνοικία διατηρεί σχολαρχείον έξω της κωμοπόλεως εις αυτό φοιτούν και οι εν των Μεσαγρώ Οθωμανών παίδες».
Μετά από τα στοιχεία που έχουμε στα χέρια μας μπορούμε κάπως να παρουσιάσουμε την ιστορία του Αη-Γιώργη ως εξής: Κτίσθηκε μέσα στον 18ο αιώνα. Ίσως το 1746, ίσως το 1796. Η πλάκα επάνω από την είσοδο των λαγουμιών γράφει επάνω αριστερά ΟΡΓΙΟΣ (δηλ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ). Σ' αυτό συνηγορούν και οι ημερομηνίες στα μανουάλια του σημερινού ναού. Το 1892 κτίσθηκε κατά πάσα πιθανότητα η σημερινή εκκλησία με τις αγιογραφίες του Ευστρατιάδη. Μόνο που δεν είναι βυζαντινού ρυθμού όπως τον θέλει ο επιστολογράφος. Το 1897 ανακαινίζεται (Τάξης) καθώς και το 1905. Ο πληθυσμός του χωριού το 1928,· μετά την ανταλλαγή των προσφύγων, ήταν 3723 άτομα, το 1971 2565 και το 1982 2249.
Βλέπουμε λοιπόν το κεφαλοχώρι να είναι η πρωτεύουσα του Δήμου της Γέρας επί τουρ­κοκρατίας. Τώρα υπάρχει η έδρα αγροτικού ιατρείου, ένα φαρμακείο, νηπιαγωγείο και παιδικός στα­θμός. Πριν από λίγα χρόνια μεταφέρθηκε η έδρα του αρχιερατικού επισκόπου Γέρας από τον Παππάδο στον Σκόπελο. Είναι ένα από τα ωραιότερα και πιο «ζωντανά» χωριά του νησιού. Παρόλο το τσιμέντο που έπεσε στα γραφικά του σοκάκια εξακολουθεί να διατηρεί την ομορφιά του. Αυτά τα δυο θεόρατα πλατάνια με την βρυσόμαννα ενέπνευσαν αμέτρητες φορές γνωστούς ζωγράφους να αποθανατίσουν στους πίνακες τους αυτή την όμορφη αγορά. Ανάμεσα τους ο Παπαλουκάς. Τέκνο του Σκοπέλου και ο γνωστός ζωγράφος Στρατής Αξιώτης. Ο πατέρας μου, αμέτρητες φορές είχε σαν αγαπημένο του θέμα την «επάνω βρύση».Επίσης τον Στρατή Γαβαλά Έβγαλε τον μεγάλο δά­σκαλο, τον Μίλτο Κουντουρά, που τώρα η ωραία μορφή του στολίζει με προτομή το χωριό που τον γέννησε. Έδωσε πάντοτε το παρόν στους δημοκρατικούς αγώνες. Αυτό το χωριό το χωριό του πατέρα μου το χω πάντα μέσα στην καρδιά μου.
 Κείμενο του Μάκη Αξιώτη από το βιβλίο "Στα χνάρια τα παληά - Οδοιπορικό γύρω από τον Κόλπο της Γέρας", Έκδοση του Παγγεραγωτικού Πολιτιστικού Συλλόγου Αθήνας, Φεβρουάριος 1987

Sunday, 12 January 2014

Απόλλων Σκοπέλου αρχές '60

Από αριστερά όρθιοι:  Στρατής Γ. Γιαννίκος, Γιώργος Γρ. Γιαννίκος, Βασίλης Ψωμάς, Κων. Δημ. Γιαννατσής, Παναγιώτης Μοσχόβης, Παράσχος Γιαννίκος.Κάτω αριστερά: Γιάννης Καραγεωργίου, Θεόδωρος Φωταρέλλης, Γιάννης  Μπατζάκας, Νότης Ταμβακέρας, Πάνος Ανδριώτης
[από http://ieragera.blogspot.gr/]

Sunday, 30 October 2011




Με τον Αξιώτη στα Χνάρια της Γέρας

Κάθε κατοικημένη περιοχή, ακόμα και το μικρότερο χωριό ή οικισμός, έχει τη δική του ιστορία, μας λένε οι ιστορικοί και οι ερευνητές. Πολλά στοιχεία που τα προσπερνάμε καθημερινά, υποτιμώντας τα, είναι σημαντικά αν συνταιριαστούν μαζί με άλλα. Είναι η ιστορική συνέχεια του τόπου. Οι ψηφίδες ενός μωσαϊκού που δείχνουν την τοπική Ιστορία μιας περιοχής.
Στην περιοχή μας, τη Γέρα, με τα έξι χωριά, τους οικισμούς, τον κόλπο και τη μεγάλη γεωγραφική έκταση έχουν αφήσει έντονα τα χνάρια τους οι προπάτορες μας κι ο χρόνος. Αυτά ακολούθησε ο συντοπίτης μας συγγραφέας Μάκης Αξιώτης. Περπάτησε βήμα βήμα, συγκέντρωσε το υλικό, το ταξινόμησε, το επεξεργάστηκε και το έδωσε σε μας με το βιβλίο του Στα χνάρια τα παλιά. Η έκδοσή του έγινε το 1987, από τον Παγγεραγωτικό Πολιτιστικό Σύλλογο της Αθήνας. Η δραστηριότητα αυτή του συλλόγου ήταν μια σημαντική πολιτιστική πράξη, αρκετά πριν υπάρξουν οι γνωστές χορηγίες.
Το βιβλίο χωρίζεται σε τέσσερις ενότητες. α) Ο Κόλπος, β) Δυτική παραλία, γ) Βόρεια παραλία, δ) Ανατολική παραλία. Στο Παράρτημα γίνεται αναφορά στο Αρχαίο οχυρό των Λουτρών, στη Μάνα της Γέρας, στο Καστρί στα Μέτια και στο Παλιόκαστρο Γέρας. Ο συγγραφέας μάς παρουσιάζει ότι έχει ανακαλύψει για το κάθε χωριό, οικισμό και αγροτική περιοχή. Η περιγραφή του είναι αναλυτική, με λεπτομέρειες και ακριβής. Δεν αρκείται στα χωριά της Γέρας αλλά επεκτείνεται και σε όλα τα γειτονικά, της δυτικής και ανατολικής πλευράς. Την έρευνά του αυτή, καθώς είναι γνωστό, την επέκτεινε στη συνέχεια σε όλο το νησί της Λέσβου.
Όπως γράφει, ζωντανά, τις περιγραφές του νιώθεις πως βρίσκεσαι δίπλα του, συνοδοιπόρος. Συναντάς σπασμένα αρχιτεκτονικά μέλη, γκρεμισμένα κάστρα, ναούς, λατομεία, όστρακα αγγείων, παλιά πατητήρια, επιγραφές κι ότι άλλο κατάγραψε ο Αξιώτης. Το σημαντικό συνοδευτικό υλικό του βιβλίου είναι τα σχέδια και οι χάρτες, σχεδιασμένα από τον ίδιο.  
 Αυτό “το έργο προσφέρεται όχι μόνο ως σημαντική μάθηση του παρελθόντος του τόπου μας, αλλά και ως κείμενο νοσταλγικής αναπόλησης και λυρικής διάθεσης”, γράφει ο Τάκης Πανταζής στον πρόλογο του βιβλίου. Και ως τέτοιο ας το μελετάμε.
Το βιβλίο αυτό του Αξιώτη είναι το πρώτο του εξέδωσε. Τα επόμενα χρόνια ακολούθησαν αρκετά άλλα με οδοιπορικά, μελέτες, μονογραφίες και ποίηση.             
 Αριστείδης Καλάργαλης
    

Tuesday, 18 October 2011

Οι μαθήτριες του Κουντουρά






Μαθητής μου εμένα δεν είναι κείνος που αγαπά την ήρεμη και ακίνδυνη ζωή, τη στρωμένη με λουλούδια, αλλά εκείνος που μέσα του έχει ξυπνήσει η ανησυχία” γράφει ο Μίλτος Κουντουράς. Κι οι μαθήτριες του είχαν αυτά τα χαρακτηριστικά. Είναι οι μαθήτριες των τριών χρόνων, 1927 – 1930, κατά τα οποία ο Κουντουράς ήταν Διευθυντής στο Διδασκαλείο Θηλέων Θεσσαλονίκης. Γέμισαν την βόρεια Ελλάδα, κυρίως, με το πνεύμα και τις διδαχές του δασκάλου τους. Τέτοια πολύχρονη αγάπη και αφοσίωση δεν νομίζω να συναντάται συχνά.

Σχεδόν πενήντα χρόνια μετά, το 1976, συγγράφουν και εκδίδουν το βιβλίο Μίλτος Κουντουράς, Διδασκαλείο Θηλέων Θεσσαλονίκης 1927 – 1930. Το βιβλίο στηρίχτηκε στο “σχέδιο του βιβλίου του 'Ιερή Τριετία', που ετοίμαζε και δεν αξιώθηκε να ολοκληρώσει” μας πληροφορούν.

Δεν είναι ένα βιβλίο αναμνήσεων και καλών λόγων προς τον δάσκαλό τους. Είναι όλη η ζωή του Διδασκαλείου. Με αναλυτική δομή και περιεχόμενο. Με βασικό υλικό το αρχείο του Κουντουρά, αλλά και δικό τους, εκδόθηκε το βιβλίο. Ο αναγνώστης, και κυρίως ο εκπαιδευτικός, γνωρίζει πώς λειτουργούσε αυτό το σχολείο, ποιες ήταν οι παιδαγωγικές του αρχές, η συκοφάντηση και δίωξη του Δασκάλου τους.

Το σημαντικότερο είναι ότι το βιβλίο αυτό μπορεί να είναι ο παιδαγωγικός οδηγός του κάθε εκπαιδευτικού. Για οποιοδήποτε θέμα αντιμετωπίζει μπορεί να βρει απάντηση και βοήθεια. Για το βιβλίο και τη βιβλιοθήκη, τις εκδηλώσεις, τον σχολικό κήπο, τον αθλητισμό, τις εργασίες, τις εκδρομές, τις αμοιβές και τις τιμωρίες, τις ομάδες εργασίας κ. ά.

Προσωπικά ανέτρεξα πολλές φορές στις σελίδες του βιβλίου. Και η απλή εφαρμογή, έστω από αντιγραφή, θα φέρει αποτελέσματα. Το σημαντικότερο είναι ότι πολλά από τα περιεχόμενα των κεφαλαίων είναι ακόμα και σήμερα πρωτοπόρα και αξεπέραστα. Όπως οι ομαδικές εργασίες που εντάχθηκαν από φέτος στο πρόγραμμα του Λυκείου.

Οι μαθήτριες γράφουν ότι “σταθήκαμε πολύ τυχερές να ζήσουμε μια σχολική ζωή που δεν ήταν απλή φοίτηση”. Αυτό είναι το παιδαγωγικό μήνυμα: έζησαν μια σχολική ζωή κι όχι απλώς πήγαιναν στο σχολείο.

Αριστείδης Καλάργαλης

Thursday, 2 June 2011

Στρατής Γαβαλάς, ο ζωγράφος ποιητής



Ο Στρατής Γαβαλάς είναι γνωστός ως ζωγράφος. Γεννήθηκε στον Σκόπελο το 1887 και πέθανε στη Μυτιλήνη στις 26 Μαρτίου 1965. Σπούδασε ζωγραφική στη Σμύρνη κοντά στον αγιογράφο Ευστράτιο Ευστρατιάδη, στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας και στη Γερμανία. Στην Αθήνα είχε καθηγητή τον Λέσβιο ζωγράφο Γιώργο Ιακωβίδη.

Υπηρέτησε στο στρατό από το 1914 ως το 1919. Τα επόμενα χρόνια ζει στην Αίγυπτο μέχρι το 1924. Εκεί γνωρίζεται με τον Κωνσταντίνο Καβάφη. Μετά την επιστροφή του στη Μυτιλήνη διδάσκει εικαστικά στο Διδασκαλείο, ακολούθως στο Πρακτικό Λύκειο και μετέπειτα στο Β΄ Γυμνάσιο Αρρένων Μυτιλήνης.

Εκτός από τη ζωγραφική έγραψε και δημοσίευσε μερικά ποιήματα σε περιοδικά και εφημερίδες. Το πρώτο με τον τίτλο “ Πεζά τραγούδια” δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Χαραυγή τον Οκτώβριο του 1910, και το τελευταίο το “ Στη μάνα μου” στο Λεσβιακόν Ημερολόγιον του 1956. Ποίηματά του δημοσιεύθηκαν, εκτός των παραπάνω εντύπων, στις εφημερίδες Ο Μυτιληνιός και Ελεύθερος Λόγος, και στα περιοδικά Ο Φάρος της Αιγύπτου, Το Σαλόνι, Αιολικά Γράμματα. Συνολικά έχουν αποδελτιωθεί 28 ποιήματά του. Από αυτά τα 15 τα παρουσίασε ο Παναγιώτης Παρασκευαΐδης το 1983, στο Ανθολόγιο τριών Λεσβίων ποιητών. Και τα 13 ο Κώστας Μίσσιος στο Ανθολόγιο Λεσβίων Ποιητών το 1998 και στο βιβλίο Ποικίλα φιλολογικά της Μυτιλήνης το 2009.

Με τους στίχους νιώθεις μια συνομιλία που θέλει να κάνει, μ' ό,τι ορίζει ο τίτλος του ποιήματος, αλλά κι εκεί που σε οδηγεί με το περιεχόμενό του. Η πίκρα, η μοναξιά κι η αναπόληση υπάρχουν στα ποιήματα της παραμονής του στην Αίγυπτο. Ο πόνος για το χαμό της κόρης του γίνεται ποίημα. Αυτός συνταιριασμένος με κάποιο παράπονο υπάρχει και σ' άλλα ποιήματά του. Ταυτοχρόνως είναι γήινος και ερωτικός.

Ο λυρισμός του είναι έντονος, τόσο που αν και κάποιοι στίχοι είναι περιγραφικοί ή καταγραφής σε κάνει να το προσπερνάς και να σου μένει το ποιητικό τους στοιχείο. Μα δεν θα μπορούσε να γίνει κι αλλιώς. Πώς θα ήταν ζωγράφος και θα έγραφε στίχους;

Μυγδαλάνθια

Έγειρες το κεφάλι σου στη λευκή μου μυγδαλιά
Και τ' άνθη φτερουγίσανε σαν κουρασμένοι πόθοι

Κι άλλ΄ αποκούμπισαν στη γη ή σε ξανθιά μαλλιά

Κι άλλα τα πήρε μακρυά τ' αγέρι και τα κλώθει

Τα μυγδαλάνθια μοιάζετε, ω ταξιδεύτρες μου έννοιες,

Που άχαρα ξεψύχησαν σα στην ογρή της γης,

Κι αυτά που ταξιδεύσανε προς τις μαλαματένιες

Κορφούλες που τις χρύσουνε ο ήλιος μιας αυγής.

Ο Φάρος, τ.62, Σεπτ. 1921

Αρειστίδης Καλάργαλης